Η ρύπανση του πόσιμου νερού με αυξημένες συγκεντρώσεις εξασθενούς χρωμίου (Cr(VI)) απασχολεί εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, όπως προέκυψε από πρόσφατες έρευνες και όπως φαίνεται στον κάτωθι χάρτης της Ελλάδος. Επιπλέον, η καινούργια οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το πόσιμο νερό (ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2020/2184), ελάττωσε το αποδεκτό όριο του Cr (VI) στο πόσιμο νερό, από 50 μg/l ολικού χρωμίου που είναι ακόμη σε ισχύ στα 25 μg/L εξασθενούς χρωμίου με ισχύ από το 2036, ενώ στην Ελλάδα, στα εσωτερικά ύδατα, π.χ., ποτάμια και λίμνες, το όριο είναι τα 3 μg/L (ΦΕΚ 1909/Β/08-12-2010, Annex I, Part B).
Συνεπώς είναι αδήριτη ανάγκη η ανάπτυξη αποτελεσματικών τεχνικών που παράγουν νερό με πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις εξασθενούς χρωμίου, π.χ. κάτω από 3 μg/L. H απομάκρυνση του Cr(VI) από το νερό γίνεται συνήθως με χρήση δισθενούς σιδήρου, ο οποίος αντιδρά με το Cr(VI) και το ανάγει σε Cr(III), το οποίο επειδή είναι δυσδιάλυτο (logKsp Cr(ΟΗ)3 <-32.2), μπορεί να απομακρυνθεί από το νερό με καταβύθιση ή με προσρόφησή του στα οξείδια του σιδήρου που σχηματίζονται από την οξείδωση του δισθενούς σιδήρου.
Η μέθοδος αυτή όμως παρουσιάζει μερικούς περιορισμούς, όπως το γεγονός ότι χρειάζεται περίπου δεκαπλάσια ποσότητα αλάτων του δισθενούς σιδήρου από ότι η στοιχειομετρία απαιτεί, επειδή ο δισθενής σίδηρος αντιδρά και με το οξυγόνο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη παραγωγή λάσπης, η οποία είναι σχετικά δύσκολο να διαχειριστεί και επίσης αυξάνει και το κόστος της επεξεργασίας.
Επιπροσθέτως, αν τα νερά αυτά περιέχουν ποσότητες οργανικής ύλης, το τρισθενές χρώμιο, που προκύπτει από την αναγωγή του εξασθενούς με δισθενή σίδηρο, παραμένει στο νερό ως διαλυτό σύμπλοκο με τις οργανικές ενώσεις και συνεπώς, μπορεί να επαναοξειδωθεί εφόσον οι περιβαλλοντικές συνθήκες το επιτρέψουν αν, π.χ. όταν υποστούν επεξεργασία για απολύμανση με χλώριο ή όζον, και να είναι επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία και να καταστούν ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση.
Επομένως, για την επίτευξη των ορίων της νομοθεσίας για το πόσιμο νερό αλλά και για τα εσωτερικά επιφανειακά ύδατα, χρειαζόμαστε τεχνολογίες που απομακρύνουν το εξασθενές χρώμιο απευθείας, δηλ. χωρίς αναγωγή σε τρισθενές χρώμιο αλλά με προσρόφηση/ συγκράτηση του εξασθενούς χρωμίου σε στερεές επιφάνειες. Αυτό μπορεί να γίνει με προσροφητικές τεχνικές, είτε με καινοτόμα υλικά προσρόφησης είτε με τη δημιουργία προσροφητικής μεμβράνης, η οποία επίσης έχει το πλεονέκτημα ότι θα απομακρύνει επιπροσθέτως και σωματιδιακούς ρύπους όπως επίσης και βακτήρια.
Οι κλασσικές μεμβράνες υπερδιήθησης δεν απομακρύνουν διαλυτά στοιχεία από το νερό, όπως τα οξυανιόντα του εξασθενούς χρωμίου, που είναι των μορφών είτε CrO4 2- είτε Cr2O7 2- . Συνεπώς, στην παρούσα κατάσταση (state of the art), η απομάκρυνση εξασθενούς χρωμίου με κλασικές μεμβράνες υπερδιήθησης δεν είναι δυνατή και χρειάζεται η χρήση μεμβράνης νανοδιήθησης ή αντίστροφης ώσμωσης, κάτι το οποίο έχει πολύ υψηλότερες ενεργειακές απαιτήσεις.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στις τεχνολογίες μεμβρανών έχουν οδηγήσει στον σχεδιασμό μεμβρανών για να στοχεύουν πιο αποτελεσματικά την απομάκρυνση των οξυανιόντων, όπως για παράδειγμα οι μεμβράνες πολυακρινιτριλίου με τροποποίηση της επιφάνειας τους με αμινικές ομάδες.
Η πρόκληση συνεπώς για την παρούσα πρόταση είναι η χρήση πολυμερικών μεμβρανών, όπως π.χ. πολυσουλφόνης ή πολυακριλονιτριλίου κατάλληλα τροποποιημένων, με εισαγωγή στη μεμβράνη ενεργών ομάδων, όπως πολυκατιόντα (π.χ πολυαιθυλενιμίνη), με χρήση της τεχνολογίας Layer by layer, που μπορούν να δεσμεύουν εξασθενές χρώμιο από το νερό.
Η Layer-by- layer (LBL) είναι μια βασική μέθοδος για την παρασκευή μεμβρανών υπερδιήθησης (UF) προσφέροντας ρυθμιζόμενο μέγεθος φορτίου και πόρων, υψηλή διαπερατότητα νερού και καλές αντιρρυπαντικές ιδιότητες, καθιστώντας τις εξαιρετικά κατάλληλες για ανάκτηση πόρων και συγκράτηση ιόντων. Η ερευνητική ομάδα του έργου έχει μεγάλη εμπειρία στη χρήση μεμβρανών στην επεξεργασία νερού και στην απομάκρυνση εξασθενούς χρωμίου. Πρόκληση επίσης είναι η δημιουργία κατάλληλων προσροφητικών υλικών, τα οποία μπορούν να προσροφούν απευθείας το εξασθενές χρώμιο. Αυτό, επειδή τα πιο κλασικά προσροφητικά υλικά στην επεξεργασία νερού (οξείδια του σιδήρου και του αργιλίου και ενεργός άνθρακας) δεν απομακρύνουν επαρκώς το εξασθενές χρώμιο ή και καθόλου. Το παρον έργο έχει στόχο να αναπτύξει νέα προσροφητικά υλικά που βασίζονται στον ενεργό άνθρακα, και τα οποία τροποποιούνται με ενεργές ομάδες για να δεσμεύουν το εξασθενές χρώμιο. Τα υλικά αυτά παράγονται από απορρίμματα τροφών, και έτσι συνδράμουν στην κυκλική οικονομία και κατά συνέπεια στην περαιτέρω προστασία του περιβάλλοντος. Η ερευνητική ομάδα έχει μεγάλη εμπειρία στην παρασκευή και τροποποίηση προσροφητικών υλικών.
Το συνολικό θέμα είναι εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς η ανεπάρκεια της ποσότητας του νερού, αλλά και η υποβάθμιση της ποιότητας του, απειλεί την ποιότητα ζωής μας τόσο στην Ελλάδα όσο και σε όλο τον κόσμο κάτι που, μεταξύ άλλων, οδήγησε στην αποστολή στις 5 Μαρτίου 2024 ανοιχτής επιστολής από πολλές Ευρωπαϊκές οργανώσεις και Οργανισμούς στην Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κα. Ursula von der Leyen για την ανάγκη λήψης μέτρων για τη διαφύλαξη του νερού στην Ευρώπη.